N.Y. State Of Mind
Σκέψεις για την εποποιία των Knickerbockers του Μεγάλου Μήλου
Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές θα έχεις δει τα τελευταία εικοσιτετράωρα σε κάποια οθόνη σου αποσπάσματα από τους παροξυσμικούς πανηγυρισμούς των κατοίκων της Νέας Υόρκης. Οι New York Knicks, κατέκτησαν το τρίτο τους πρωτάθλημα ΝΒΑ και πρώτο έπειτα από το 1973 με τρόπο εμφατικό. Η αλήθεια όμως είναι, πως ήδη από τα περσινά playoffs του ΝΒΑ, οι αντιδράσεις των οπαδών των Knickerbockers κατέκλυζαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπάρχει μια άγρια ομορφιά μα και ένας βαθύς ρομαντισμός σε αυτές τις εικόνες, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το, όχι και τόσο μπασκετικό, πέπλο αυτού του άθλου.
Αν υπάρχει μια σκηνή, που συνοψίζει τη μεταφυσική του αποτυπώματος αυτής της ομάδας, είναι όσα συνέβησαν στο 4ο παιχνίδι των τελικών. Συγκεκριμένα, η εμφάνιση των Wu-Tang Clan στο ημίχρονο του αγώνα. Το στραπάτσο του προηγούμενου παιχνιδιού, όπου ο Wembanyama οδήγησε τους San Antonio Spurs σε μια καθολική κυριαρχία, έχοντας περάσει τις ώρες του στη Νέα Υόρκη αράζοντας σε πάρκα και ζωγραφίζοντας, σε συνδυασμό με μια αγκωνιά που πάτησε στον ηγέτη των Knicks, Jalen Brunson, είχαν τρομοκρατήσει άπαντες. Αν λάβουμε υπόψη και την παρουσία του Trump, καλεσμένου του στυγνού καπιταλιστή και ιδιοκτήτη των Knicks, James Dolan, στο γήπεδο, ένα γήπεδο που παρόλα τα απλησίαστα εισιτήριά του ήταν ασφυκτικά γεμάτο και τον γιούχαρε. Το ενδεχόμενο αποτυχίας και ολικής ανατροπής της σειράς που διαφαινόταν, θαρρώ πως θα σήμαινε αντιδράσεις ισάξιες με αποκλεισμό της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας στο ποδόσφαιρο μέσα στο Μαρακανά.
Εκεί όμως μπήκαν οι Wu-Tang Clan.
Αρκετός κόσμος σχολίασε πως ήταν μια κίνηση εξαγνισμού του vibe. Η Νέα Υόρκη δεν είναι απλώς η Μέκκα του μπάσκετ, είναι και του καπιταλισμού, εκεί που η αποτυχία δεν χωρά. Τόσα χρόνια κατήφειας και ηττοπάθειας για αυτό το δύσμοιρο franchise είναι ικανά να κάνουν τους οπαδούς να προσέχουν ακόμη και πως δένουν τα κορδόνια τους, αν παίζουν ρόλο στο γούρι. Όταν οι 6 εκ των 10 εμφανίστηκαν στο παρκέ του Madison Square Garden, οι Knicks έχαναν με διαφορά κοντά 30 πόντους. Ο Method Man όμως, έδωσε το σύνθημα. “Knicks in 5, don’t know what you are talking about”. Μερικοί, τολμηροί, πιστεύαμε ακόμα. Το εμβληματικό φινάλε, υλικό από την αστρόσκονη των μύθων, βρήκε τον OG Anunoby να ίπταται, “like your neighborhood Spiderman” που λέει και το “Protect Ya Neck”, για ένα μυθικό follow, μια ιστορική ανατροπή. Αντί για 2-2, η σειρά πάει στο 3-1. Σε ένα παιχνίδι της μοίρας, o Mitchel Robinson είχε προηγουμένως ανταποδώσει το χτύπημα στο λαιμό του Wemby.
Poetic cinema.
Κάπου εδώ έγκειται και ο λόγος που αν και Lakers όσο με θυμάμαι, συγκινούμαι βαθιά για αυτό το έπος, αυτών των Knicks. Οι αναμνήσεις μου από το καμάρι του Μεγάλου Μήλου δεν περιλαμβάνουν Patrick Ewing, Latrell Sprewell και σία. Όπως μεγάλωνα, μάθαινα φυσικά για το έπος του Willis Reed, την ‘καριέρα’ του Phil Jackson πριν γίνει μίδας, τον Walt Frazier, τα ‘70ς, τον Bernard King, κλπ. Οι αναφορές μου όμως ήταν ο Stephon Marbury και ο Jamal Crawford ως οι πιο προσιτές εκδοχές του Α.Ι., τα μπλουζάκια με το 33 που φορούσε ο MF DOOM, το east-coast hip hop, ο Spike Lee, η νεκρανάσταση του συλλόγου με τους διαχρονικά λατρεμένους Carmelo Anthony και Amar’e, το Linsanity, η κραυγή ‘ball don’t lie’ του Rasheed Wallace. Έβλεπα στους Knicks και το ιδιαίτερο παρκέ του MSG ως τοπόσημα μιας κουλτούρας η οποία συνδέθηκε άρρηκτα μαζί τους δίχως να τους προδόσει ποτέ. Οι overachievers, στην τελική, δεν θα είχαν την ίδια αύρα αν δεν είχαν γαλουχηθεί μέσα στη διαρκή αποτυχία.
Είναι εντυπωσιακό μάλιστα, πως το hip-hop δεν είχε εμφανιστεί καν όταν οι Knicks σήκωναν το τελευταίο, μέχρι φέτος, πρωτάθλημα. Τα πάρτυ του DJ Kool Herc δεν δονούσαν ακόμη τις γειτονιές του Bronx. Η μαύρη μουσική τότε εκφραζόταν μέσω της fusion, του funk, του rhythm and blues. Μια ολόκληρη υποκουλτούρα γεννήθηκε στο ενδιάμεσο των 53 ετών σε εκείνες τις συνοικίες, κατέκτησε τις Η.Π.Α. με σύγκρουση, ωμή ειλικρίνεια, περιθώριο, βία, αλλά και ματσίλα και φθηνή χλίδα. Ο Jay-Z, δεκαετίες μετά, πλέον ως κυρίαρχος παίκτης της πολιτισμικής βιομηχανίας βάζει τους Nets στο Brooklyn, το hip-hop, τα grafiti, είναι το ένα και το αυτό με το αμερικανικό μπάσκετ.
Στη σκιά της Wall Street, του ανελέητου gentrification, του συστημικού ρατσισμού και του αμερικανικού ονείρου, άτομα κάθε ηλικίας, καταγωγής, κουλτούρας και σωματότυπου ζουν το δικό τους μύθο σε τσιμεντένια ανοιχτά γηπεδάκια ή σε κάποια από τις αμέτρητες ερασιτεχνικές λίγκες. Πρόκειται, πιθανολογώ για τα ίδια άτομα, τα οποία όχι απλά δεν μπορούσαν να πληρώσουν εισιτήριο, αλλά είχαν πάνω τους και την ‘ευθύνη’ να διατηρήσουν την κληρονομιά των Knicks ζωντανή. Είτε είναι μπροστά σε τηλεοράσεις και προτζέκτορες σε κάθε γειτονιά, είτε στα bodegas, τα μπαρ, είτε με κινητά τα βαγόνια του μετρό. Μια κληρονομιά, που βασίζεται περισσότερο σε ένα απροσδιόριστο πολιτισμικό αίσθημα που αναδύεται από τον κοινωνικό δεσμό του παιχνιδιού, παρά σε μετρήσιμες επιτυχίες.
Το east-coast hip-hop δεν είχε ποτέ του τον καλοκαιρινό, ηλιόλουστο και funky αέρα της δυτικής όχθης. Ακόμη και στην εποχή των ‘00s, την εποχή του bling και του αντιαισθητικού, παρέμεινε πειραματικό, σκληρό, τραχύ σαν τα Timberlands, με όλα φυσικά τα δομικά του προβλήματα αλλά και σημεία επαφής. Η κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας για εκατομμύρια κόσμου ήταν ταυτόχρονα ένα κελί που τους κρατούσε αιχμάλωτους, ανίκανους να γευτούν την επιτυχία έστω μέσω του ετεροπροσδιορισμού που προσφέρει μια αθλητική επιτυχία. Η αίσθηση του ανήκειν σε μια πόλη που διαρκώς αλλάζει ενώ ο κόσμος της παλεύει να επιβιώσει καθώς οι εξελίξεις τον περιθωριοποιούν, γίνεται πιο έντονη όσο περνούν τα χρόνια. Αν αναλογιστούμε κιόλας τη νοσταλγία που κατακλύζει τους επιζώντες ήρωες του New York Hardcore για εκείνες τις βίαιες, μα αληθινές (sic) εποχές, τότε καταλαβαίνουμε πως όλες οι υποκουλτούρες που βίωσαν τις αλλαγές των ενδιάμεσων δεκαετιών, φέρουν μέσα τους μια σχεδόν μυστικιστική υπερηφάνεια για τη διατήρηση ενός χαρακτήρα που η ελίτ της πόλης δεν ασπάζεται.
Τον ασπάζονται όμως αυτοί οι Wu-York Knicks.
Once a Knick, always a Knick, λέει το σύνθημα, δείχνοντας τη σημασία της μνήμης σε μια εποχή διάσπασης προσοχής, τεχνητών παραδόσεων και εφήμερων μοδών. Όσοι αστέρες του ΝΒΑ και αν δαιμονίζονταν μες το MSG και πετύχαιναν ρεκόρ πόντων εναντίον των Knicks έπειτα από λεκτικές διαμάχες με τον Spike Lee, το πνεύμα δεν άλλαζε. Κανένας συμβιβασμός, με την οπαδική βάση να μην συνάδει πάντα με την διοίκηση της ομάδας, ζητώντας για χρόνια την παραίτηση του Dolan.
The city never sleeps, full of villains and creeps
Είναι λογικό αυτή η νοσταλγία να εντείνεται όταν βλέπεις στο γήπεδο μουσικούς, παλαίμαχους, ηθοποιούς. Ακόμη και για εμένα εδώ στο Παγκράτι, αλλά και κόσμο οπουδήποτε, τα σημεία αναφοράς μας παρασύρουν σε μια ξενόφερτη μόδα. Στο υπεραισθητικοποιημένο όμως προϊόν που είναι το ΝΒΑ, αναδύθηκε φέτος μια όμορφη φλέβα. Για να νικήσουν οι Knicks, έπρεπε να εμπιστευθούν ως ηγέτη τον Jalen Brunson, γιό του Rick Brunson. Ο Brunson δεν είναι φαντεζί, είναι όμως η προσωποποίηση του ‘heart over height’, καθώς και απόλυτα προσηλωμένος στο να τελειοποιήσει το παιχνίδι του, να εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματά του, να μείνει στοϊκά συγκροτημένος και ψύχραιμος. Ένας αντι-σταρ που δέχθηκε τεράστια περικοπή μισθού για να έχει τη δυνατότητα η ομάδα να γίνει ανταγωνιστική. Οι συμπαίκτες του και φίλοι του από τα κοινά χρόνια στο κολλέγιο του Villanova, Hart και Bridges ενισχύουν αυτή την αντι-μοντέρνα, οικογενειακή ενέργεια της ομάδας, κόντρα στις επιταγές του τεχνοκρατικού, απρόσωπου μπάσκετ, ή της εξαγοράς της επιτυχίας (και ας είναι το δεύτερο ακριβότερο στο ΝΒΑ).
Αλήθεια, πόσο όμορφο είναι το γεγονός πως η Κυριακή που ξημέρωνε και βρήκε τους Knicks πρωταθλητές, ήταν και Ημέρα του Πουέρτο Ρίκο για τη Νέα Υόρκη, με τον Alvaradο, γέννημα - θρέμμα της πόλης να γιορτάζει διπλά μαζί με τους συμπατριώτες του; Δεν έχει νόημα να αναφέρω την πουερτορικανή επιρροή στην κουλτούρα και τον πολιτισμό της περιοχής, ή την δομινικανή παροικία της πόλης, με τον Karl-Anthony Towns να την εκπροσωπεί περήφανα. Κάπου εδώ μου έρχεται και η σκηνή του parade από το περσινό “Highest 2 Lowest” του Spike Lee. Κάποιες συμπτώσεις κάνουν την ζωή πολύ πιο όμορφη από ό,τι είναι.
Πόσο, ακόμη πιο όμορφο, είναι το γεγονός πως αυτό συμβαίνει επί δημαρχίας Mamdani, ενός πολιτικού που γνωρίζει καλά την κουλτούρα του hip-hop, την οποία ενσωμάτωσε στην επικοινωνία του; Το generational run των Knicks λαμβάνει χώρα σε μια εποχή που πολλά κοινωνικά στρώματα επιχειρούν να συνυπάρξουν στη σκιά της ρατσιστικής εσωτερικής πολιτικής-πογκρόμ του αμερικανικού κράτους, των βομβαρδισμών στην Ανατολική Μεσόγειο, στα σκάνδαλα, στο πολιτικοκοινωνικό ρήγμα που έχει ανοίξει. Κάπου εκεί, συνθήματα όπως το κάτωθι ξεπροβάλλουν:
My mayor Muslim!
My bagel’s Jewish!
My Christian Dior!
Knicks in four!
Το οποίο, μετά έγινε κάπως έτσι:
My mayor’s still Muslim!
My bagel’s still Jewish!
The Pope’s on our side,
Knicks in five!!
που έχει και διπλή σημασία, τόσο για τη σχέση του τωρινού Πάπα με το Villanova, όσο και της ‘κόντρας’ του με τον Trump.
Αν επιχειρούσα την ανατομία ενός συνθήματος (double sic), θα έλεγα πως είναι μια από τις πιο πετυχημένες εκδοχές διαπολιτισμικής συμπερίληψης σε επίπεδο μαζικής κουλτούρας. Μια γνήσια στιγμή πηγαίας λαϊκής έμπνευσης και συμπύκνωσης νοήματος. Ένα στιγμιότυπο που εμπεριέχει εντός του όχι μόνο την παράνοια των εορτασμών, αλλά και μια, σχεδόν συγκινητική ισχύ, αγκάθι σε όσους θεωρούν πως οτιδήποτε εμπίπτει στην κατηγορία ‘woke’ δεν έχει θέση στον αθλητισμό. Αν αναλογιστούμε και την ιστορία των μεταναστευτικών κοινοτήτων που αποτέλεσαν τη βάση της Νέας Υόρκης, καθώς και τις ρίζες του “Knickerbockers”, τότε μάλλον μιλάμε για την πιο 2026 δήλωσή της, μέσα σε όλες της τις ατέλειες.
Η επιτυχία των Knicks θα παρουσιαστεί από πολλούς ως η απόλυτη ιστορία των underdogs. Θα εναρμονισθεί με το διαρρηγμένο αμερικανικό όνειρο. Θα υπερτονισθούν οι ανατροπές γιατί ομορφαίνουν τα αφηγήματα, θα αναδειχθούν οι προσωπικές ιστορίες, τα ρεκόρ που έσπασαν. Θα γυριστούν ντοκιμαντέρ, οι Knicks στις 18 Ιουνίου θα πάρουν και τα κλειδιά της πόλης. Ο Jalen Brunson, ένας άνθρωπος που επέλεξε τις μάχες του, παίρνει τα ηνία από τον Biggie ως King Of New York. Υπό μια έννοια, το φετινό πρωτάθλημα των Knicks είναι μια νίκη του μπάσκετ στην πιο γνήσια μορφή του. Σκληρό αλλά και γεμάτο ταλέντο και τακτική. Θεαματικό και ουσιώδες. Δρομίσιο μα και πολυεπίπεδο.
Μαζί με τους Knicks, κέρδισαν και εκατομμύρια κάτοικοι της Νέας Υόρκης. Δεν θα μπορούσε αυτή η ομάδα να κερδίσει αλλιώς. Έπρεπε να επανεξετάσει τους δεσμούς της με την κοινότητα της, να πάρει την ώθηση ενός πολιτισμικού οικοσυστήματος που ξεφεύγει κατά πολύ από το μπάσκετ. Το φετινό πρωτάθλημα είναι βγαλμένο από την κουλτούρα, για την κουλτούρα. Είναι η δικαίωση των αποτυχημένων, των ξεχασμένων, των αόρατων. Αυτών που αναγκάζονται να φτιάχνουν δρόμους γιατί ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για να τους συμπεριλαμβάνει. Αυτών που θα επέλεγαν να είναι 1000 φορές στην 34th street στις 2 τα ξημερώματα αντί στα court seats του MSG. Αυτών που δεν τους ενώνει μόνο ο θάνατος, εν τέλει.
Είναι η δικαίωση του Charles Oakley, που είδε τους Knicks του να το σηκώνουν εκτός έδρας και μπορούσε να είναι στο γήπεδο, ανάμεσα στο πλήθος, αφού πλέον δεν μπορεί να πατήσει στο MSG.
Προσωπικά μιλώντας, ως παρατηρητής, νιώθω την ίδια ευφορία που ένιωθα βλέποντας τις αντιδράσεις της μαύρης κοινότητας όταν έσκασε το “Not Like Us” του Kendrick. Γοητεύομαι από αυτή την επανάκτηση, έστω και προσχηματικά, έστω και στιγμιαία, σε τόσο μεγάλη έκταση, μιας υποκουλτούρας απέναντι στην πολιτισμική βιομηχανία. Η διατήρηση της συλλογικής μνήμης και των κεκτημένων της είναι μια δύσκολη πίστα. Ένας διαρκής αγώνας με έναν ουροβόρο όφη. Απαιτεί αντοχές, γερό στομάχι στις καθημερινές ήττες, πίστη. Αυτή τη λέξη που χρησιμοποίησε ο Jalen Brunson για να εξηγήσει τι κάνει διαφορετική αυτή την ομάδα.
No, you not a colleague, you a fuckin' colonizer
Στην εποχή της πλήρους αποδόμησης και της αλγοριθμικής επιθυμίας, της υπέρογκης πληροφορίας και της απάθειας μπροστά στη συστημική βία, που εξαλείφουν αναμνήσεις ή τις μετατρέπουν σε αποθηκευμένα data, οι φετινοί Knicks λειτουργούν ως ένα αντίβαρο. Δεν έχω ψευδαισθήσεις, δεν πιστεύω πως “θα αλλάξει κάτι” στο μέλλον, δεν υπάρχουν οιωνοί μόνο συλλογικές διεκδικήσεις. Δεν υπάρχουν σωτήρες.
Οι Public Enemy στο “Fight The Power” τα είχαν πει:
“most of my heroes don’t appear on no stamps”
Σε ένα ακόμη παιχνίδι της μοίρας, οι πρωταγωνιστές του “Do The Right Thing” ήταν στο γήπεδο.
Συγκινούμαι όμως επίσης γιατί σκέφτομαι όλες αυτές τις φορές που έβλεπα καλοκαίρια με μόνο το μπάσκετ για παρέα το “He Got Game” και έπαιζα 2Κ μαθαίνοντας τα soundtrack απ’έξω. Συγκινούμαι που βλέπω μια ασφυκτιούσα μητρόπολη να εκρήγνυται, σε ένα ανάθεμα ευφορίας. Σκέφτομαι όλες αυτές τις μουσικές και κινηματογραφικές αναφορές, συντροφιά ετών, πως τώρα κάπως πραγματώνονται σε ένα “δεν τελείωσε μέχρι όντως να τελειώσει”. Δεν με ενδιαφέρει αν μπορώ ή όχι να μετέχω σε ένα ευρύτερο εύθυμο γεγονός, δεν επιθυμώ να κοινωνήσω από αυτό ή να οικειοποιηθώ μέρος του. Θα βάλω Wu-Tang Clan στα ακουστικά και θα πάω να ρίξω σουτάκια. Απλά, αυτή τη φορά, βγάζει λίγο περισσότερο νόημα το γιατί συμπαθούσα ανέκαθεν αυτή την ομάδα, και ας παραμένουν οι βαθύτερες ρίζες στη σφαίρα του ανείπωτου, και ας μοιάζουν μερικές στιγμές ως αναλαμπές μιας ζωής ξένης.
Συγκινούμαι γιατί είδα τον Spike Lee να ζει πρωτάθλημα με τους αγαπημένους του Knicks.










